Ο κοσμοπολίτης Λύσιππος

Ο αρχαίος γλύπτης είναι ο πρωταγωνιστής της εξαιρετικής έκθεσης για τη χάλκινη καλλιτεχνική δημιουργία της ελληνιστικής περιόδου που ολοκληρώθηκε στη Φλωρεντία και θα συνεχίσει το ταξίδι της πέραν του Ατλαντικού στο Λος Αντζελες και στην Ουάσιγκτον

Με τη μεγάλη έκθεση ελληνιστικής γλυπτικής ολοκληρώθηκε η δεκαετής θητεία του αγγλοκαναδού αρχιτέκτονα James Bradburne στη διεύθυνση του Palazzo Strozzi στη Φλωρεντία. Ο Bradburne συνέβαλε αυτά τα χρόνια στην υλοποίηση φιλόδοξων στόχων, όχι μόνο για την πραγματοποίηση μεγάλης αξίας διεθνών εκθέσεων αλλά και για την τοποθέτηση του φλωρεντινού πολιτιστικού ιδρύματος στο κέντρο του ενδιαφέροντος, στη δημιουργία μιας νέας σχέσης μεταξύ του περίφημου αναγεννησιακού μεγάρου και των κατοίκων της πόλης. Ο συνδυασμός κοινωνικής πολιτικής, ποιοτικού τουρισμού και συμβολής δραστήριων τοπικών οικονομικών φορέων δημιούργησε αυτά τα χρόνια ένα νέο σημείο αναφοράς σε μια πόλη όπου ούτως ή άλλως ο πολιτισμός αποτελεί πραγματικά - και όχι στα λόγια - τη βαριά βιομηχανία.
Η εξαιρετική έκθεση «Ισχύς και Πάθος: Χάλκινη γλυπτική της ελληνιστικής περιόδου» ετοιμαζόταν από το 2007, σε συνεργασία της Εφορείας Αρχαιοτήτων της Τοσκάνης με το Μουσείο Paul Getty του Λος Αντζελες και την Εθνική Πινακοθήκη της Ουάσιγκτον. Η ιδέα ήταν η συγκέντρωση και η συστέγαση, σε ορισμένες περιπτώσεις για πρώτη φορά στην ιστορία, της καλύτερης δυνατής συλλογής χάλκινων ελληνιστικών γλυπτών που θα μπορούσαν να «συνομιλήσουν» και να αφηγηθούν αυτή την αποκαλυπτική και από ορισμένες απόψεις προφητική περίοδο της τέχνης. Αποτέλεσμα είναι η γοητευτική αναδημιουργία της εποχής στο Παλάτσο Στρότσι, που ξεκίνησε στις 13 Μαρτίου και που στη συνέχεια θα μεταφερθεί στο Λος Αντζελες, φυσικά στο Μουσείο Paul Getty, και τον ερχόμενο χειμώνα στην Εθνική Πινακοθήκη της Ουάσιγκτον.
 
Νατουραλισμός και υποκειμενικότητα
Οι επιμελητές επέλεξαν 50 έργα ελληνιστικής γλυπτικής που προέρχονται από τα σημαντικότερα αρχαιολογικά μουσεία στον κόσμο, ενώ έξι συνολικά προέρχονται από τα μουσεία της Αθήνας, της Θεσσαλονίκης, της Κορίνθου, του Ηρακλείου και της Καλύμνου. Η ελληνιστική γλυπτική, μεταξύ 4ου και 1ου αιώνα π.Χ.,  απομακρύνεται από το κλασικό ιδεώδες της τελειότητας, του «ήρεμου μεγαλείου» και του απροσπέλαστου της μορφής, όπου η ουσία της προσωπικότητας του υποκειμένου πρέπει να αναδημιουργηθεί από τον ίδιο τον θεατή. Η τέχνη αυτής της περιόδου προσεγγίζει με ρεαλισμό και σχεδόν συναισθηματική και ενίοτε δραματική φόρτιση πτυχές των σωματικών ιδιαιτεροτήτων αλλά και του ίδιου του χαρακτήρα και της ψυχολογίας του ήρωα. Ο απέραντος ελληνιστικός κόσμος είναι ένας κόσμος διεθνισμού και κοσμοπολιτισμού έτσι όπως έχει διαμορφωθεί από τον μεγάλο ήρωά του, τον Αλέξανδρο: σύμφωνα με τους επιμελητές της έκθεσης Jens Daehner και Kenneth Lapatin του Μουσείου Paul Getty, «την εποχή αυτή σε όλη τη Μεσόγειο και πέραν αυτής αναπτύσσονται νέα εκφραστικά μέσα που, μαζί με τη μεγάλη ανάπτυξη των τεχνικών, αντιπροσωπεύουν μια πρώτη μορφή παγκοσμιοποίησης των καλλιτεχνικών γλωσσών στον τότε γνωστό κόσμο». Η γλυπτική, κατά συνέπεια, αποτελεί κυρίαρχο μέσο κοινοποίησης της εξουσίας και της ανάδειξης των σημαντικών προσωπικοτήτων κάθε προέλευσης στη δημόσια σφαίρα. Γιατί εμείς σήμερα θαυμάζουμε αυτά τα έργα στα μουσεία απομονωμένα από το φυσικό περιβάλλον τους, ενώ στην πραγματικότητα επρόκειτο για έργα τοποθετημένα κατά εκατοντάδες στα πολυσύχναστα αστικά κέντρα της αρχαιότητας, σε διάλογο μεταξύ τους, μέτρο της ισχύος των τιμωμένων, των παραγγελιοδοτών αλλά και των καλλιτεχνών που τα φιλοτεχνούσαν. Επρόκειτο για την εντυπωσιακή ανάπτυξη μιας νέας οπτικής κουλτούρας που στην ελληνιστική περίοδο ενισχυόταν από τη ριζική στυλιστική μεταστροφή των έργων με στόχο την έκφραση του ψυχισμού, ακόμη και του στιγμιαίου, του άρρενος συνήθως εικονιζομένου.
 
Ιδανικός πρωταγωνιστής της φλωρεντινής έκθεσης είναι ο Λύσιππος, που με τα 1.500 χάλκινα έργα που φέρεται ότι φιλοτέχνησε δείχνει να υιοθετεί τη σύσταση του Σωκράτη για την «εξερεύνηση της ψυχής». Γιατί όμως χάλκινα; Ο χαλκός μπορούσε να αποδώσει τις λεπτομέρειες του σώματος με ακρίβεια και ρεαλισμό ανώτερο από αυτόν του μαρμάρου, κάτι που εκμεταλλεύτηκαν οι καλλιτέχνες της ελληνιστικής εποχής για να φτάσουν σε μια τελειότητα την οποία μπορούμε να ξαναβρούμε μόνο στους δημιουργούς της Αναγέννησης. Επρόκειτο όμως και για ένα υλικό πολύτιμο που μπορούσε να «ανακυκλωθεί» και να χρησιμοποιηθεί για άλλους σκοπούς και γι' αυτό είναι τόσο λίγα τα χάλκινα γλυπτά που έφτασαν ως εμάς. Πολλά μάλιστα από αυτά βρέθηκαν στη θάλασσα, απόδειξη του γεγονότος ότι αποτέλεσαν αντικείμενο εμπορίου ή «απαγωγής» σε άλλους τόπους έπειτα από πολέμους. Σε περιπτώσεις μάλιστα απειλής ναυαγίου πετάγονταν στη θάλασσα λόγω του βάρους τους.
 
Μια προηγούμενη Αναγέννηση
Αν μπορούμε να ξεχωρίσουμε κάποιες από τις έξι ενότητες της έκθεσης, ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχουν οι τελευταίες, που μας αποκαλύπτουν δύο πράγματα. Κατ' αρχάς, ότι η χάλκινη ελληνιστική γλυπτική υιοθετούσε βασικά την έννοια του πολλαπλού, με την παραγωγή του ίδιου γλυπτού όχι μόνο στην εποχή της σύνθεσής του αλλά και έναν ή δύο αιώνες αργότερα, με κριτήριο συχνά την αξία και τη φήμη του έργου. Ενα άλλο ζήτημα αφορά τη συνειδητή υιοθέτηση ενός παρελθόντος ως σημείου αναφοράς: φαίνεται ότι τούτο δεν συνέβη για πρώτη φορά στην Αναγέννηση, με την προγραμματική υιοθέτηση του ελληνορωμαϊκού παρελθόντος. Ηδη στην ύστερη ελληνιστική περίοδο το βλέμμα γύριζε συνειδητά στο παρελθόν, μια και οι έλληνες καλλιτέχνες δέχονταν παραγγελίες από ρωμαίους στρατιωτικούς ή συλλέκτες για τη δημιουργία γλυπτών έργων μιας τέχνης «κλασικής» η οποία αναπαρήγαγε το κλίμα της χρυσής αθηναϊκής εποχής του Περικλή και μπορούσε έτσι να αποτελέσει έγκυρη έκφραση της νέας ρωμαϊκής ισχύος.
 
Ο άψογος κατάλογος της έκθεσης τεκμηριώνει μεταξύ άλλων τον εκλεκτικισμό της ελληνιστικής περιόδου, που δείχνει σε εμάς εξαιρετικά μοντέρνα. Η έκθεση άνοιξε ως μια γιορτή της πόλης με μεγάλη συμμετοχή, ενώ ταυτόχρονα υπήρξε και δική μας γιορτή καθώς προσφέρθηκαν νόστιμοι ελληνικοί μεζέδες. Οπως είπε άλλωστε στα εγκαίνια η Cristina Acidini, έφορος μουσείων της Φλωρεντίας, «οι σημερινές οικονομικές οφειλές της Ελλάδας στην Ευρώπη δεν μπορούν να μας κάνουν να ξεχάσουμε τις πολιτιστικές οφειλές της Ευρώπης στην Ελλάδα» κάνοντας την κατάμεστη αίθουσα να πλημμυρίσει από χειροκροτήματα.
 
Ο κ. Ανδρέας Γιακουμακάτος είναι καθηγητής Αρχιτεκτονικής στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών.

πηγή: Το Βήμα της Κυριακής

Προσθήκη νέου σχολίου